FANDOM


2 Κεφάλαιο δεύτερο: Η ελληνική οικονομία και κοινωνία στη δίνη των Μνημονίων

2.1 Η ελληνική κρίση συνιστά την οξύτερη κρίση που έχει εκδηλωθεί σε χώρα του ανεπτυγμένου καπιταλισμού μεταπολεμικά. Η ένταση της σχετίζεται με την επίδραση της διεθνούς κρίσης σε όλο το μοντέλο ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού τις τελευταίες δεκαετίες, με τη μείωση παραγωγικών τομέων (βιομηχανίας, πρωτογενούς παραγωγής), τη διόγκωση του χρηματοπιστωτικού τομέα, την αύξηση της κατανάλωσης μέσω του δανεισμού, την εκτόξευση των δίδυμων ελλειμμάτων τρεχουσών συναλλαγών και του δημοσιονομικού ισοζυγίου. Στην ελληνική περίπτωση συντονίστηκαν δύο είδη κρίσεων. Η κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου, που άρχισε να εκδηλώνεται από το 2008 και η κρίση χρέους που έπληξε όλες τις χώρες της περιφέρειας της Ευρωζώνης και ιδιαίτερα τη χώρα μας. Μέσα από την κρίση η Ελλάδα κατέστη ο αδύναμος κρίκος στην ιμπεριαλιστική ολοκλήρωση της ΟΝΕ - Ε.Ε.

2.2 Σήμερα, όλοι οι κοινωνικοί και οικονομικοί δείκτες συνεχίζουν να επιδεινώνονται. Η πτώση του Α.Ε.Π. διαρκεί επτά χρόνια και έχει πλησιάσει σωρευτικά στο 27% σε σχέση με το επίπεδο του 2008, η ανεργία κυμαίνεται γύρω στο 25%, η μερική απασχόληση αυξάνεται, η μείωση της μέσης αμοιβής από εργασία σωρευτικά ανέρχεται στο 24 %, και της ιδιωτικής κατανάλωσης στο 30 %, η μετανάστευση των μορφωμένων και δυναμικών στρωμάτων του πληθυσμού ανέρχεται στο 2 % του εργατικού δυναμικού κατ’ έτος.

Η κρίση και οι κυρίαρχες πολιτικές για την υπέρβασή της έπληξαν ταυτόχρονα και την παραγωγική δομή της ελληνικής οικονομίας. Η πτώση της βιομηχανικής παραγωγής είναι πολύ μεγάλη και ανέρχεται, στο 35%. Τα τελευταία χρόνια, παρουσιάζεται συνεχώς το φαινόμενο της διαρκούς αποεπένδυσης κεφαλαίου, το κλείσιμο και η υπολειτουργία παραγωγικών μονάδων, η μη ανανέωση του παραγωγικού και άλλου εξοπλισμού. Η παραγωγική αποψίλωση συνοδεύεται από αυξανόμενη φτωχοποίηση λαϊκών στρωμάτων.

2.3 Η συγκρότηση της Ευρωζώνης, αποτέλεσε συνολικό κοινωνικό, οικονομικό σχέδιο για την αναπαραγωγή και ενίσχυση της ισχύος των κυρίαρχων τάξεων έναντι των εργαζόμενων. Η συμμετοχή της Ελλάδας σε αυτή δεν επιβλήθηκε στην ελληνική, αστική τάξη από το εξωτερικό. Ηταν αποτέλεσμα στρατηγικής επιλογής των ισχυρότερων τμημάτων του ελληνικού κεφαλαίου, με βασικό στόχο την επιβολή πολιτικής «κοινωνικής ρεβάνς» σε βάρος των δυνάμεων της εργασίας, εφ όσον το θεσμικό πλαίσιο της ΟΝΕ επέβαλλε ένα σύνολο νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων. Στο πλαίσιο της ΟΝΕ οι νομισματικοί «πόλεμοι» αντικαταστάθηκαν από επιθετικές εσωτερικές υποτιμήσεις, δηλαδή «πολέμους» μείωσης του κόστους εργασίας,

2.4 Το ευρώ ήταν κατ’ εξοχήν συνδεδεμένο με τις χρηματοπιστωτικές αγορές και με το νεοφιλελεύθερο σχέδιο. Η ΟΝΕ αφαιρώντας την δυνατότητα αντιμετώπισης των μακροοικονομικών ανισορροπιών διαμέσου της υποτίμησης και της νομισματικής επέκτασης, μειώνοντας το ρόλο του δημόσιου τομέα στην αντιμετώπιση υφεσιακών καταστάσεων, επιβάλλει την υψηλότερη ανεργία και την χαμηλότερη κατανάλωση, ως τους βασικούς τρόπους μείωσης των ελλειμμάτων και του εξωτερικού δανεισμού.

2.5 Την αρχική περίοδο ανάπτυξης της ΟΝΕ, οι χώρες της περιφέρειας εντάχθηκαν στο νέο οικονομικό καταμερισμό, με μειωμένο το ειδικό βάρος του εξαγωγικού εμπορίου, λόγω του γεγονότος ότι δεν είχαν ισχυρούς τομείς κεφαλαιουχικών αγαθών. Η ένταξη τους σε αυτήν εμβάθυνε την εξειδίκευση τους στις κατασκευές και στις εσωτερικές υπηρεσίες. Σταδιακά, εμφάνισαν πολύ υψηλά εμπορικά ελλείμματα, ενώ οι χώρες του Βορρά, με επίκεντρο τη Γερμανία, πολύ υψηλά πλεονάσματα. Ταυτόχρονα, η πλήρης απελευθέρωση των κινήσεων κεφαλαίου, είχε σαν αποτέλεσμα την απόκλιση των πραγματικών επιτοκίων δανεισμού και την διαμόρφωση χαμηλότερων πραγματικών επιτοκίων σε σχέση με τις χώρες του Βορρά. Αυτή η τάση μακροπρόθεσμα δεν στηριζόταν από τα πραγματικά οικονομικά τους μεγέθη και ανατράπηκε βίαια από την εκδήλωση της διεθνούς κρίσης του 2008-2009.

Την ίδια περίοδο (2007 – 2008) άρχισαν να εξαντλούνται τα αποτελέσματα του εκσυγχρονισμού του κεφαλαίου στην Ελλάδα, που είχε ενισχυθεί από τους πόρους της Ε.Ε. και τα χαμηλά επιτόκια δανεισμού. Το αποτέλεσμα αυτού του εκσυγχρονισμού ήταν η ταχύτερη αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας στην Ελλάδα σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της ΟΝΕ την περίοδο 1999-2005, η διευκόλυνση της διεθνούς επέκτασης του ελληνικού κεφαλαίου κυρίως στις Βαλκανικές χώρες, καθώς και η αύξηση του ποσοστού κέρδους. Σταδιακά το μειωμένο βάρος της ελληνικής βιομηχανίας στην παραγωγική δομή, η εντονότερη έκθεση των κεφαλαίων στο διεθνή ανταγωνισμό, η συσσώρευση σε τομείς χαμηλότερης παραγωγικότητας της εργασίας, αλλά και η τοποθέτηση ενός τμήματος του κεφαλαίου σε μακροπρόθεσμα αντιπαραγωγικές επενδύσεις (π.χ. Ολυμπιάδα) ή και η κατασπατάληση του ως πλεόνασμα από τις πολιτικές και επιχειρηματικές ελίτ μέσω της διαφθοράς, επέδρασαν στην έναρξη της κρίσης υπερσυσσώρευσης. Από την επιβράδυνση του ποσοστού κέρδους και των επενδύσεων το 2007-2009, με το ξέσπασμα της κρίσης το 2009 οδηγήθηκαν σε ραγδαία υποχώρηση.

2.6 Όταν η οικονομική κρίση εντάθηκε, έγινε κατανοητό από την αστική τάξη και τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους, ότι το χρέος ήταν αδύνατον να εξυπηρετηθεί με τους ρυθμούς ανάπτυξης των οικονομιών αυτών. Τότε συνέβη η αντιστροφή της προηγούμενης τάσης: η εκροή κεφαλαίων από το χρηματοπιστωτικό τομέα, η εκτόξευση των επιτοκίων δανεισμού σε δυσθεώρητα ύψη, με αποτέλεσμα η Ελλάδα, να περιέλθει σε κατάσταση οιονεί χρεοκοπίας.

Στο πλαίσιο αυτό, το ζήτημα του ελληνικού χρέους αναδείχθηκε ως κομβικό για τις οικονομικές εξελίξεις, αλλά και για τους πολιτικούς συσχετισμούς. Η διαφυγή τεράστιων πόρων για την αποπληρωμή τόκων και χρεολυσίων, υπονομεύει τις δυνατότητες βιώσιμης ανάπτυξης και τις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας. Οι δύο εναλλακτικές επιλογές για την αντιμετώπιση του που διαμορφώνονταν την περίοδο του 2010 – 2011 αφορούσαν : α) είτε στη διαγραφή ενός σημαντικού μέρους του χρέους και την έξοδο από την Ευρωζώνη, β) είτε στην περικοπή ενός τμήματος του χρέους, την αναχρηματοδότησή του υπολοίπου με νέο δανεισμό από τα ευρωπαϊκά κράτη και την συνέχιση της αποπληρωμής του.

Η πρώτη λύση, ριζοσπαστική και μη αποδεκτή στο πλαίσιο του νεοφιλελευθερισμού και του ευρωσυστήματος, πολεμήθηκε από την ελληνική αστική τάξη και από τις ηγέτιδες δυνάμεις της ευρωζώνης διότι θα αποτελούσε ένα εξαιρετικά αρνητικό προηγούμενο. Θα δημιουργούσε προσδοκίες για μείωση του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους των υπόλοιπων κρατών της περιφέρειας, που είναι σε απόλυτες τιμές πολύ υψηλότερο από της Ελλάδας. Για αυτό τα ιμπεριαλιστικά κράτη της Ευρωζώνης, δεν επεδίωξαν πραγματικά την έξοδο της Ελλάδας από την ΟΝΕ.

2.7 Οι πολιτικές των μνημονίων είχαν σαν βασικό στόχο τη θωράκιση του χρηματοπιστωτικού τομέα στην Ευρωζώνη, κυρίως των Γερμανικών και Γαλλικών τραπεζών, με τη διασφάλιση της σταδιακής εξυπηρέτησης του ελληνικού χρέους. Σε δεύτερη φάση, τη δομική αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας, με τη ραγδαία συμπίεση του εργατικού κόστους, την εκκαθάριση των μη παραγωγικών κεφαλαίων και την αύξηση της ανεργίας.. Οι μνημονιακές πολιτικές ήταν και είναι αδιέξοδες και αντιφατικές μεταξύ τους: η εξυπηρέτηση του ελληνικού χρέους οδήγησε σε μεγάλη μείωση της οικονομικής δραστηριότητας και εκρηκτική αύξηση της ανεργίας, χωρίς να μπορούν να διαμορφωθούν όροι για μια νέα αναπτυξιακή τροχιά.

2.8 Οι μνημονιακές πολιτικές και τα αποτελέσματα τους οδήγησαν σε ταχύτατες πολιτικές ανατροπές και μετασχηματισμούς. Ο παραδοσιακός δικομματισμός, από αθροιστικά ποσοστά της τάξης του 80 % και 5 εκ. ψηφοφόρους που είχε το 2009, κατέρρευσε στο 34 % και στα 2 εκ. ψηφοφόρους το 2015. Το ΠΑΣΟΚ, κυρίαρχο αστικό κόμμα της μεταπολιτευτικής περιόδου, αποδιαρθρώθηκε. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ένα κόμμα της τάξης του 3-4% με ισχυρές δυνάμεις της ριζοσπαστικής και κομμουνιστικής Αριστεράς στο εσωτερικό του, κάνοντας κεντρικό σύνθημα την κατάργηση των μνημονίων, συγκρότησε ένα εκλογικό μπλοκ της τάξης του 36 %, γεγονός πρωτοφανές για χώρα της Δ. Ευρώπης μεταπολεμικά.

Οι εξελίξεις αυτές αλλά και στη συνέχεια η ταχύτατη μνημονιακή προσαρμογή και ο σοσιαλφιλελεύθερος μετασχηματισμός του ΣΥΡΙΖΑ, δεν είναι ανεξάρτητες από την αντιφατική επίπτωση της ένταξης της Ελλάδας στην ΟΝΕ. Η πρώτη φάση της ΟΝΕ, από το 2000 έως το 2008, καθορίστηκε από την αύξηση των ρυθμών συσσώρευσης κεφαλαίου, την άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας, των πραγματικών μισθών και της κατανάλωσης. Οι συνθήκες αυτές επέδρασαν στην σταθερότητα του δικομματισμού και στη σύγκλιση των πολιτικών ΠΑΣΟΚ - ΝΔ. Όμως το μοντέλο ανάπτυξης που ακολουθήθηκε με την ένταξη στην ΟΝΕ είχε τέτοιες αντινομίες, που παρόξυναν την κρίση του ελληνικού καπιταλισμού μετά το 2008, οδηγώντας σε μια κατάσταση οιονεί χρεοκοπίας.

2.9 Χωρίς την παρέμβαση των βασικών ιμπεριαλιστικών κρατών, η Ελλάδα θα είχε χρεοκοπήσει και τυπικά. Οι ιμπεριαλιστικές αστικές τάξεις, σε συντονισμό με την εγχώρια αστική τάξη, επέβαλαν εξαιρετικά περιοριστικές πολιτικές. Σε αυτή την πολιτική δεν υπήρξε καμία μερίδα της αστικής τάξης, η οποία να επιδιώκει την έξοδο από το ευρώ. Έτσι όλοι οι πολιτικοί εκφραστές της, ανεξάρτητα από την ρητορεία τους όταν βρίσκονταν στην αντιπολίτευση και τις ποικίλες διαφορές τους, εφάρμοσαν τις πολιτικές των μνημονίων. Μέσα από την ελληνική κρίση και την επιβολή των μνημονιακών πολιτικών, αναβαθμίστηκε η επίδραση των κυρίαρχων ελίτ της ευρωζώνης, στον ελληνικό αστικό συνασπισμό εξουσίας.

Οι πολιτικές των μνημονίων, η διαρκής παρουσία και ο έλεγχος για την εφαρμογή τους, από τους μηχανισμούς της Ε.Ε και του ΔΝΤ, η αποκρυστάλλωση της παρουσίας τους σε μηχανισμούς, όπως η ΤτΕ, τους εισπρακτικούς μηχανισμούς του δημοσίου και σε άλλους κρίσιμους χώρους, αντανακλούν το γεγονός ότι στο εσωτερικό της ΟΝΕ, δεν μπορεί να υλοποιηθεί ανεξάρτητη πολιτική που να έρχεται σε σύγκρουση με τα συμφέροντα των ευρωπαϊκών χρηματιστικών και εν γένει οικονομικών ομίλων. Το γεγονός αυτός επιδρά και στο ελληνικό πολιτικό σύστημα. Η οποιαδήποτε απόκλιση αντιμετωπίζει τον πειθαρχικό μηχανισμό της ΕΚΤ, την απειλή της χρεοκοπίας του τραπεζικού συστήματος, και τη διακοπής ρευστότητας όπως φάνηκε τον Φλεβάρη και τον Ιούλιο του 2015.

2.10 Οι βασικοί στόχοι και πολιτικές που επιβάλλουν με τα μνημόνια αφορούν: α) στην μείωση της αξίας της εργατικής δύναμης και του κόστους εργασίας, την επιβολή απορυθμίσεων της αγοράς εργασίας και του ασφαλιστικού συστήματος. β) στη μείωση των δημοσίων ελλειμμάτων και συνακόλουθα τη διάλυση του κράτους πρόνοιας. γ) στην αύξηση της φορολογικής υποχρέωσης των εργαζόμενων και λαϊκών στρωμάτων για να επιτευχθεί η εξυπηρέτηση του χρέους. Στην απόσπαση πόρων για την εξυπηρέτηση του χρέους, με τη φορολόγηση όχι μόνο του εισοδήματος, αλλά και της περιουσίας. Στην παράδοση των τραπεζών και των «κόκκινων» στεγαστικών και επιχειρηματικών δανείων σε ξένα funds. δ) Στην παράδοση δημοσίων επιχειρήσεων και περιουσίας στον ιδιωτικό τομέα ώστε παραγωγικές υποδομές ή φυσικά μονοπώλια να περάσουν σε χαμηλότερη αξία από την πραγματική σε κεφαλαιούχους, προκειμένου να αυξηθεί η κερδοφορία του κεφαλαίου, ε) στη μείωση του ποσοστού των αυτοαπασχολουμένων και των αγροτών, που είναι περίπου τριπλάσιο στην Ελλάδα σε σχέση με τον μέσο όρο της Ε.Ε. των 15, ώστε να υπάρξει ανακατανομή μεριδίων αγοράς υπέρ των ισχυρών. Εκτός από την εξυπηρέτηση του χρέους, σε αυτό στοχεύουν οι ρυθμίσεις στο φορολογικό και το ασφαλιστικό των αυτοαπασχολούμενων και των αγροτών.

2.11 Η πολιτική αυτή, ενώ πέτυχε σε σημαντικό βαθμό το στόχο της μεγάλης μείωσης των μισθών, δεν μπόρεσε να οδηγήσει σε σημαντική βελτίωση των οικονομικών μεγεθών. Σήμερα η Ελλάδα δεν έχει πρόσβαση στις αγορές κεφαλαίου και έτσι δεν έχει την δυνατότητα να αναχρηματοδοτήσει το χρέος της. Ο ελληνικός εξαγωγικός τομέας, με την εξαίρεση του τουρισμού, δεν ωφελήθηκε από την εσωτερική υποτίμηση σε τέτοια βαθμό ώστε να αποτελέσει μοχλό της ανάπτυξης και να πυροδοτήσει ένα νέο κύκλο συσσώρευσης κεφαλαίου. Ταυτόχρονα τα προβλήματα του ελληνικού τραπεζικού τομέα, εμφανίζονται οξυμένα με το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων να ξεπερνάει το 40 %, τριπλάσιο από ότι στις άλλες χώρες που βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση κρίσης χρέους.

Η κατάσταση αυτή οδήγησε στην νέα ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών με εκμηδενισμό της αξίας των μετοχών και την εξαγορά των τραπεζών αντί «πινακίου φακής» από ξένους ομίλους σε συνεργασία με έλληνες κεφαλαιούχους με πολύ χαμηλό τίμημα και αποτέλεσμα την απώλεια 40 δις σε βάρος του δημοσίου και 2 δις των ασφαλιστικών ταμείων. Από την άλλη πλευρά, η άσκηση πίεσης προς τους δανειολήπτες, κυρίως με τους πλειστηριασμούς περιουσιακών στοιχείων, προϋποθέτει εκτεταμένη κρατική, κατασταλτική παρέμβαση. Η εφαρμογή μίας τέτοιας κυβερνητικής πολιτικής, θα αποτελέσει έναν από τους παράγοντες πολιτικής αστάθειας της επόμενης περιόδου. Εντάσεις επίσης θα δημιουργήσει, η πώληση επιχειρηματικών δανείων σε distress funds, που θα οδηγήσει είτε σε κλείσιμο επιχειρήσεων και εκποίηση των περιουσιακών τους στοιχείων, είτε σε αλλαγές στο ιδιοκτησιακό καθεστώς και το πέρασμα τους δια του τραπεζικού συστήματος σε ισχυρότερους μονοπωλιακούς ομίλους.

2.12 Η Ελλάδα παρά την κρίση και τη σχετική υποβάθμιση της στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα, είναι μία χώρα του αναπτυγμένου καπιταλισμού. Πρόκειται για μία κοινωνία που από πλευράς παραγωγικών και κοινωνικών δυνατοτήτων διαθέτει τις δυνατότητες για ένα άλλο μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης που να καλύπτει το σύνολο των σύγχρονων βιοτικών, κοινωνικών και πολιτιστικών αναγκών του ελληνικού λαού. Η βασική αντίθεση της ελληνικής κοινωνίας είναι μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Ωστόσο η κυρίαρχη αντίθεση σε πολιτικό επίπεδο, αφορά στην εφαρμογή των μνημονιακών πολιτικών και στην πάλη για την ανατροπή τους με την επιβολή φιλολαϊκού προγράμματος εξόδου από την κρίση. Από την εξέλιξη αυτής της σύγκρουσης θα εξαρτηθεί αν η ελληνική κοινωνία θα βγει από το τέλμα της κρίσης σε προοδευτική κατεύθυνση ή θα συνεχιστεί η παραπέρα φτωχοποίηση και εξαθλίωση του ελληνικού λαού.

2.13 Η πολύπλευρη και παρατεταμένη οικονομική κρίση οδήγησε σε αναδιατάξεις στο εσωτερικό της αστικής τάξης, όπως και στην εργατική τάξη και στα άλλα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας. Ειδικότερα η αστική τάξη, αποτελείται κυρίως από τους ιδιοκτήτες των μεσαίων και μεγάλων επιχειρήσεων (βιομηχανικών, εμπορικών, εφοπλιστικών, χρηματοπιστωτικών, κατασκευαστικών, τουριστικών, αγροτικών, κλπ). Στους κόλπους της εντάσσονται τα ανώτατα στελέχη του επιχειρηματικού τομέα (ιδιωτικού και κρατικού), οι μεγαλομέτοχοι ΑΕ και ΕΠΕ, καθώς και οι κάτοχοι μεγάλης ακίνητης περιουσίας. Ως ηγεμονικές μερίδες του ελληνικού κεφαλαίου, διαμορφώθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες το τραπεζικό και ευρύτερα το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, καθώς και τα τμήματα του μονοπωλιακού κεφαλαίου στους τομείς της βιομηχανίας, των κατασκευών και της ναυτιλίας.

Ειδικά το τραπεζικό κεφάλαιο αποκόμισε σημαντικά κέρδη και πλεονεκτήματα, την περίοδο πριν από την κρίση. Παρά τη σχετική υποβάθμιση του και αναδίπλωση του από τις βαλκανικές χώρες, ο καθοριστικός του ρόλος αποτυπώνεται στο ότι δυνητικά ελέγχει ένα μεγάλο τμήμα του επιχειρηματικού τομέα. Οι ισχυρές μερίδες της αστικής τάξης έχουν συγκροτήσει μεγάλης ή μικρότερης κλίμακας πολυκλαδικές-πολυεθνικές επιχειρηματικές ενώσεις που κατά κανόνα διαθέτουν στον πυρήνα τους μονοπωλιακές επιχειρήσεις. Οι μεγαλομέτοχοι-ιδιοκτήτες των ισχυρών επιχειρηματικών ομίλων αποτελούν τον πυρήνα της σύγχρονης ελληνικής χρηματιστικής ολιγαρχίας. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του εφοπλιστικού κεφαλαίου, που τα τελευταία χρόνια επενδύει στο χρηματοπιστωτικό τομέα, στο real estate, στα «μ.μ.ε.», στον τουρισμό, αλλά και στην εξαγορά άλλων επιχειρήσεων.

Παρά την ύπαρξη αντιφατικών συμφερόντων μεταξύ των ισχυρών μερίδων της αστικής τάξης, σε βασικές επιλογές χαρακτηρίζεται από ενιαία κατεύθυνση, όπως η παραμονή «πάση θυσία» στην ΟΝΕ και στην Ε.Ε., η ένταση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, οι ιδιωτικοποιήσεις, οι αντιδραστικές αναδιαρθρώσεις στα εργασιακά και στο δημόσιο.

Το ξένο κεφάλαιο με τους πολύμορφους δεσμούς με τις εγχώριες αστικές δυνάμεις αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του ελληνικού αστικού συνασπισμού εξουσίας, και παίζει ενεργό ρόλο στην εφαρμογή της πολιτικής που υπαγορεύεται από τους υπερεθνικούς μηχανισμούς. Παράλληλα λόγω της παρατηρούμενης αστάθειας των μηχανισμών κυριαρχίας της αστικής τάξης, σημαντικό ρόλο στην επιβολή των κυρίαρχων επιλογών παίζουν οι υπερεθνικοί ιμπεριαλιστικοί μηχανισμοί, όπως σήμερα εκφράζονται από το «κουαρτέτο» των θεσμών (ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ-ΕΜΣ).

2.14 Στο κοινωνικό συνασπισμό της αστικής τάξης συγκαταλέγονται ορισμένα κοινωνικά στρώματα λόγω του ρόλου που παίζουν στους μηχανισμούς αναπαραγωγής της αστικής κυριαρχίας (ανώτερα στελέχη του κρατικού μηχανισμού, ανώτεροι διευθυντές των μεγάλων ιδιωτικών επιχειρήσεων, ακριβοπληρωμένοι δημοσιογράφοι, ανώτεροι δικαστικοί και πανεπιστημιακοί, εύπορες κατηγορίες ελευθέρων επαγγελματιών, μεγαλοεισοδηματίες ακίνητης περιουσίας, ανώτατος κλήρος, κά), καθώς και τμήματα των εργαζομένων στους κατασταλτικούς μηχανισμούς που συμμετέχουν λόγω του ρόλου τους στην επιβολή των κυρίαρχων πολιτικών.

2.15 Από την άλλη πλευρά, αναπτύσσεται το κοινωνικό μπλοκ της εργατικής τάξης και συνολικά των εργαζόμενων, το βάρος των οποίων ξεπερνάει το 60% του ενεργού πληθυσμού. Μαζί τους συμπαρατάσσεται αντικειμενικά το σκληρά πληττόμενο τμήμα των μεσαίων στρωμάτων της πόλης και της υπαίθρου, που συμπιέζεται ή καταστρέφεται από τις μνημονιακές πολιτικές. Το συγκεκριμένο μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων δεν είναι ενοποιημένο και ομογενοποιημένο πολιτικά. Δεν διαθέτει ενιαίο ριζοσπαστικό πολιτικό μέτωπο, που να εκφράζει τα ζωτικά του συμφέροντα. Ωστόσο υπάρχει αντικειμενικά δυνατότητα δημιουργίας ενός μεγάλου κοινωνικού μετώπου. Αυτό θα μπορούσε να εκφράσει τη μάζα της εργατικής τάξης που εργάζεται στους διάφορους τομείς της οικονομίας (βιομηχανία, μεταφορές, κατασκευές, τηλεπικοινωνίες, εμπόριο, τουρισμό, ναυτιλία, υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, τράπεζες), στις κοινωνικές υπηρεσίες (παιδεία, υγεία, πρόνοια), τους ανέργους, την πλειοψηφία της σπουδάζουσας νεολαίας, τη μεγάλη μάζα των δημοσίων υπαλλήλων, την πλειοψηφία των ελευθέρων επαγγελματιών, τα μικρομεσαία στρώματα της πόλης (στους τομείς του εμπορίου, της βιοτεχνίας, των υπηρεσιών), τους μικρομεσαίους αγρότες, τα νέα μικροαστικά στρώματα της διανοητικής εργασίας που συμπιέζονται μέσα από την κρίση και την αναδιάρθρωση, κά. Αυτό είναι αντικειμενικά σε κοινωνικό επίπεδο το μεγάλο μπλοκ των αντιμνημονιακών δυνάμεων και των δυνάμεων της ριζοσπαστικής ανατροπής.

2.16 Τα διάφορα κόμματα που δρουν στην πολιτική σκηνή, τοποθετούνται βασικά υπέρ ενός εκ των δύο βασικών κοινωνικών συνασπισμών, εκπροσωπώντας ιδιαίτερα συμφέροντα και επιδιώξεις στο εσωτερικό του καθενός. ΣΥΡΙΖΑ, Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ, Ποτάμι, Ενωση Κεντρώων, Χ.Α. εκφράζουν με διαφορετικούς τρόπους τα συμφέροντα του κεφαλαίου και αποτελούν αντιπάλους των εργαζόμενων τάξεων. Αντίθετα, παρά τις διαφορές, τις αντιφατικές πολιτικές, τις αντιθέσεις, τις αδυναμίες και τα λάθη, δυνάμεις της Αριστεράς, όπως η ΛΑΕ, το ΚΚΕ, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, άλλες τάσεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς, τμήματα της συνδικαλιστικής και κοινωνικής Αριστεράς και γενικότερα δυνάμεων προοδευτικού, αντιμνημονιακού, αντιΟΝΕ προσανατολισμού, τοποθετούνται από την πλευρά των ευρύτερων συμφερόντων της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων.

2.17 Η εφαρμογή των μνημονίων οδήγησε σε ένα μεγάλο κύκλο κοινωνικών αγώνων, ειδικά στην πρώτη φάση εφαρμογής τους. Αγώνες με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, από πλευράς μαζικότητας, μεθόδων πάλης αλλά και ιδεολογικής ζύμωσης. Οι αγώνες αυτοί πήραν διάφορες μορφές: 1) τις δεκάδες γενικές και κλαδικές απεργίες με την συμμετοχή εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων και διαδηλωτών, που δημιούργησαν συνθήκες πολιτικής αστάθειας ή και κρίσης και αντιμετωπίστηκαν βίαια από τις κυβερνήσεις με τις μονάδες καταστολής, 2) τις παλλαϊκές συγκεντρώσεις του κινήματος των πλατειών, 3) τις εκατοντάδες λαϊκές πρωτοβουλίες, συνελεύσεις που ξεπήδησαν στις γειτονιές των πόλεων, συγκρότησαν δίκτυα πολιτικής παρέμβασης, κοινωνικής αλληλεγγύης και αυτοοργανωμένα εγχειρήματα. Ορισμένα από αυτά (όπως της ΒΙΟΜΕ, ή τα δίκτυα εμπορίου χωρίς μεσάζοντες) εμπεριείχαν τάσεις για μία άλλη οργάνωση της παραγωγής και αμφισβητούσαν την πρωτοκαθεδρία του κέρδους.

Αυτοί οι αγώνες θα μπορούσαν να ανοίξουν άλλες πολιτικές δυνατότητες ειδικά την περίοδο του κινήματος των πλατειών, όμως συνάντησαν όρια κυρίως λόγω της έλλειψης ενιαιομετωπικής – αντιμνημονιακής, αντι-ΟΝΕ παρέμβασης των δυνάμεων της Αριστεράς. Η έλλειψη αυτή και οι επιπτώσεις της κρίσης (με την ανεργία, την μετανάστευση, την μείωση του συνδικαλισμού), έπαιξαν ρόλο στην σχετική ύφεση της περιόδου 2013- 2014 και την ισχυροποίηση της λογικής της κοινοβουλευτικής αναμονής. Ομως έπαιξαν καταλυτικό ρόλο, στην ανατροπή της πολιτικής σκηνής και στην άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση.

2.18 Με τις εκλογές της 25ης Γενάρη 2015, ολοκληρώθηκε μία φάση ενός πολιτικού κύκλου με την ανατροπή του παραδοσιακού πολιτικού προσωπικού. Άμεσα άνοιξε μία δεύτερη φάση που είχε ως πιθανό – αλλά όχι βέβαιο – ενδεχόμενο τη μνημονιακή προσαρμογή του ΣΥΡΙΖΑ, τον μετασχηματισμό και τις ρήξεις στο εσωτερικό του. Η κατεύθυνση συμβιβασμού της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ περί τον Αλέξη Τσίπρα με τις δυνάμεις των μνημονίων και του ελληνικού κεφαλαίου αποκρυσταλλώθηκε σε συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές: στην εκλογή Παυλόπουλου στην ΠτΔ, στη διατήρηση των εκφραστών των συμφερόντων των χρηματοπιστωτικών ομίλων και της πολιτικής της ΕΚΤ στην διοίκηση των τραπεζών και της ΤτΕ, στην πληρωμή τόκων και χρεολυσίων αντί για αναστολή πληρωμής τους μέχρι την ολοκλήρωση του λογιστικού ελέγχου του χρέους κά. Η υπογραφή της συμφωνίας της 20ης Φλεβάρη, η αντιφατική και ατέρμονη «διαπραγμάτευση», χωρίς τον έλεγχο των τραπεζών και την επιβολή φραγμών στην κίνηση κεφαλαίων, η ακύρωση των όποιων μέτρων ανακούφισης των λαϊκών τάξεων που εμπεριείχε το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, η άσκηση πολιτικής κορυφών, χωρίς την ενεργοποίηση του λαϊκού παράγοντα, οδηγούσαν στην υποταγή στις μνημονιακές πολιτικές, ενώ διαμόρφωναν τους όρους (π.χ. με διάθεση αποθεματικών για την αποπληρωμή του χρέους και την ανοχή στην εκροή κεφαλαίων) ώστε να εμφανιστεί αναπόφευκτη. Η ισχυρή αντίσταση της Αριστερής Πλατφόρμας και άλλων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ σε αυτές τις επιλογές κρατούσε ανοιχτό, μέχρι και τη μάχη του δημοψηφίσματος, το ενδεχόμενο της αλλαγής πορείας και της ρήξης με το ευρωσύστημα, αλλά δεν κατάφερε να υπερισχύσει και να αποτρέψει την ολέθρια συνθηκολόγηση.

Το δημοψήφισμα αποτέλεσε πολιτικό ελιγμό της ηγετικής ομάδας, κάτω από την πίεση που ασκούνταν στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και από την κοινωνική του βάση. Προσδοκούσε ότι η διαφορά θα είναι μικρή, είτε υπέρ του ναι, είτε υπέρ του όχι, ώστε να αποτελέσει ένα παράγοντα εκτόνωσης των εσωκομματικών αντιστάσεων. Όμως το δημοψήφισμα εξελίχθηκε σε μία σκληρή κοινωνική σύγκρουση την οποία η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ δεν επεδίωκε να την εκφράσει και για αυτό οδήγησε στην προδοσία της.

2.19 Οι ταχύτατες μετατοπίσεις του ΣΥΡΙΖΑ –( συμφωνία 20 Φλεβάρη – 47+ σελίδες, υπογραφή και εφαρμογή του τρίτου μνημονίου) οδήγησαν στη μνημονιακή μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ. Σε αυτό οδήγησε η κυρίαρχη στρατηγική της ηγετικής ομάδας Τσίπρα και τα κοινωνικό ταξικά συμφέροντα που αυτή κατέληξε να εκπροσωπεί, παρά τις όποιες προηγούμενες αριστερές τοποθετήσεις. Πάνω στη στρατηγική της αποφυγής της σύγκρουσης με τις ντόπιες καθεστωτικές δυνάμεις και της παραμονής πάση θυσία στην ΟΝΕ και στην Ε.Ε. , θεμελιώθηκε η εξέλιξη του ΣΥΡΙΖΑ, που εκλέχτηκε διακηρύσσοντας το τέλος της λιτότητας και των μνημονίων και κατέληξε στην υπογραφή ενός ακόμη μνημονίου και το βάθεμα της λιτότητας παραβιάζοντας ακόμα και τις αποφάσεις των συνεδρίων του.

Η ολοκληρωτική προσχώρηση του ΣΥΡΙΖΑ στο μνημονιακό μπλοκ, έκλεισε προσωρινά τη δυνατότητα για την παραγωγή πολιτικής κρίσης που να οδηγεί σε μία εναλλακτική πολιτική εξόδου από τα μνημόνια και την Ευρωζώνη. Στις εκλογές της 20ης Σεπτέμβρη, καταγράφηκε σημαντική επιδείνωση του πολιτικού συσχετισμού σε σχέση με κάθε άλλη εκλογική αναμέτρηση των τελευταίων πέντε χρόνων. Τα κόμματα τα οποία ανοιχτά υποστήριξαν το τρίτο μνημόνιο κατέλαβαν 79% του εκλογικού σώματος, ενώ χωρίς κοινοβουλευτική εκπροσώπηση βρέθηκε ο πολιτικός χώρος που επεδίωξε να εκφράσει την στρατηγική της εξόδου από την ΟΝΕ και το τμήμα του ΟΧΙ του δημοψηφίσματος που συναινούσε σε αυτήν.

2.20 Το πολιτικό κεφάλαιο του ΣΥΡΙΖΑ φθείρεται γρήγορα, υπό το βάρος των μέτρων που εφαρμόζει και της ευρύτερης οικονομικής κατάστασης που πιέζει μεγάλα τμήματα των λαϊκών τάξεων. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν διαθέτει δυνατότητες παραχωρήσεων ή ελαφρύνσεων που να αντισταθμίζουν τις μνημονιακές πολιτικές. Στηρίζεται στο ότι δεν υπάρχει κάποια άμεση εναλλακτική πολιτική λύση, στην ανοχή των ντόπιων και ξένων κέντρων εξουσίας, αλλά και στο ότι οι κοινωνικές αντιδράσεις στην πολιτική του δεν ενοποιούνται στον απαραίτητο βαθμό. Τα μέτρα διαμορφώνουν κοινωνικές εντάσεις, εντείνουν την ύφεση, και αναζωπυρώνουν τα ερωτήματα βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους και την αστάθεια του τραπεζικού τομέα. Οι κυρίαρχες δυνάμεις αποβλέπουν στο να εξαντλήσουν την χρησιμότητα της κυβέρνησης και ταυτόχρονα να προετοιμάσουν διάδοχες καταστάσεις. Ανάλογα με τις κοινωνικές αντιστάσεις και τις πιέσεις που θα ασκηθούν στον ΣΥΡΙΖΑ αυτό μπορεί να πάρει την μορφή διεύρυνσης του κυβερνητικού κέντρου, ή σχηματισμού ευρύτερης κυβέρνησης ή και σε επόμενο στάδιο της διενέργειας νέων εκλογών.

2.21 Ωστόσο για να εμφανισθούν ξανά στοιχεία ανοιχτής πολιτικής κρίσης πρέπει να επισυμβούν διεργασίες διαφορετικές από ότι μέχρι τώρα. Να πεισθούν ευρύτερες μάζες ότι υπάρχει ρεαλιστική και αναγκαία εναλλακτική πολιτική και να υπάρξει μία αριστερή πολιτική παρέμβαση πάνω σε συγκεκριμένα μέτωπα. Αυτά αφορούν στο ζήτημα των κατασχέσεων, στο ασφαλιστικό, στο φορολογικό, τις ιδιωτικοποιήσεις, στα οποία πρέπει να οικοδομηθούν συσπειρώσεις παρέμβασης και να επιχειρηθεί η διαμόρφωση κοινωνικών όρων αντιπολίτευσης. Αυτό απαιτεί και την κατάλληλη μετωπική πολιτική από τις δυνάμεις της Αριστεράς

2.22 Οι εξελίξεις των τελευταίων δύο ετών παρά τις αρχικές μεγάλες προσδοκίες που δημιούργησαν , κατέληξαν τελικά σε ήττα για το εργατικό κίνημα και την Αριστερά. Ο σοσιαλφιλελεύθερος μετασχηματισμός του ΣΥΡΙΖΑ κατέδειξε την αποτυχία μίας στρατηγικής που βασιζόταν: α) στην αντίληψη περί ισχυρής διαπραγμάτευσης και διεργασιών ανατροπής της λιτότητας που θα βρουν ανταπόκριση στο εσωτερικό της Ευρωζώνης, β) στην εκτίμηση ότι υπάρχουν αστικές πολιτικές δυνάμεις που θέλουν το τέλος της λιτότητας, ειδικά στις χώρες του Νότου, γ) στο ότι μπορούν να γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης οι αντιθέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Γερμανίας, και να αξιοποιηθούν για την στήριξη της Ελλάδας, δ) ότι οι κυρίαρχες τάξεις στην ΟΝΕ θα εκβιάζονταν από μία απειλή εξόδου της Ελλάδας γιατί αυτή θα συμπαρέσυρε το σύνολο της Ευρωζώνης, ε) στο ότι μπορούσε να εφαρμοσθεί μία πολιτική τερματισμού της λιτότητας εντός ΟΝΕ, με πολιτικές ήπιας αναδιανομής, χωρίς την επίλυση του ζητήματος του χρέους,, στ) στην αντίληψη ότι η άνοδος στην κυβέρνηση, θα μπορούσε να δημιουργήσει τομές και την αφετηρία αλυσιδωτών εξελίξεων, ανεξάρτητα από το πρόγραμμα, τις κοινωνικές δυνάμεις που το στηρίζουν και την εξωκοινοβουλευτική κινητοποίηση των εργαζομένων.

2.23 Η συνολικότερη αποτυχία της στρατηγικής του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι άσχετη με τις εσφαλμένες πολιτικές των άλλων δυνάμεων της Αριστεράς ούτε τις άφησε ανεπηρέαστες. Το ΚΚΕ ακολούθησε σεκταριστική πολιτική, που διευκόλυνε την κυριαρχία του ΣΥΡΙΖΑ στην Αριστερά, αλλά και τη δεξιά προσαρμογή του. Διατηρεί εκλογική επιρροή και αναπτύσσει τον κομματικό μηχανισμό, όμως η πολιτική του μειώνει τα αποτελέσματα του στην πολιτική σκηνή και στην ταξική πάλη. Δεν κατάφερε να αξιοποιήσει την μετακίνηση προς τα αριστερά των προηγούμενων ετών, την πολιτική κρίση και την στροφή του ΣΥΡΙΖΑ. Υπονομεύει την έξοδο από το ευρώ ισχυριζόμενο ότι η έξοδος από την Ευρωζώνη, χωρίς τη λαϊκή εξουσία, θα έχει καταστροφικές συνέπειες για τα λαϊκά στρώματα, σημαντικότερες από ότι η εφαρμογή των μνημονίων. Αυτή η τοποθέτηση ενίσχυσε το μνημονιακό μπλοκ του ΝΑΙ στο δημοψήφισμα και τον ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του Σεπτεμβρίου. Η άρνηση κάθε είδους συμμαχίας με τις άλλες δυνάμεις της Αριστεράς και η παραπομπή της φιλολαϊκής διεξόδου από την κρίση στην αλλαγή του συστήματος εξουσίας και του κοινωνικού μοντέλου, υπονομεύει τις δυνατότητες διαμόρφωσης ενός συνολικότερου μετώπου.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ενώ έχει συμβάλει στην ανάπτυξη κοινωνικών αγώνων παρουσίασε σημαντικές αμφιταλαντεύσεις, στο κατά πόσο ένα πρόγραμμα εξόδου από την κρίση μπορεί να εφαρμοσθεί στις σημερινές συνθήκες ή ταυτίζεται με την αντικαπιταλιστική ανατροπή ή/και την επαναστατική διαδικασία. Δεν προχώρησε σε πολιτική συνεργασία με δυνάμεις όπως η ΛΑΕ, που θα είχε σαν αποτέλεσμα να εκπροσωπηθεί στο κοινοβούλιο το ριζοσπαστικό τμήμα του ΟΧΙ και η αριστερή αντιπολίτευση. Το πραγματικό ερώτημα που αφορά την ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι το κατά πόσο μπορούν να συγκροτηθούν πολιτικές συμμαχίες και μέτωπα στη βάση συγκλίσεων στους άξονες του μεταβατικού προγράμματος, ή οι πολιτικές της συμμαχίες αφορούν μόνο όσους έχουν άμεσο στόχο την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού. Από την πορεία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ φαίνεται ότι κυριαρχεί το δεύτερο, κάτι που είναι αδιέξοδο.

2.24 Οι δυνάμεις που αποσπάστηκαν από το ΣΥΡΙΖΑ και συγκρότησαν με άλλες αριστερές συλλογικότητες την ΛΑΕ, δεν κατάφεραν να εκφράσουν εκλογικά την αριστερή δυσαρέσκεια που προέκυψε από την στροφή του ΣΥΡΙΖΑ και να διαμορφώσουν ένα πολιτικό χώρο που να θέτει με μαζικούς όρους την ανατροπή των μνημονίων και την εφαρμογή του μεταβατικού προγράμματος. Η συγκυριακή αδυναμία ανταπόκρισης σε αυτό το ρόλο σχετίζεται με διάφορους παράγοντες. Φάνηκε ότι πλειοψηφικά οι λαϊκές μάζες, υπό την πίεση της προηγούμενης περιόδου, εξακολουθούσαν να πιστεύουν ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση και ακολούθησαν την λογική του μικρότερου κακού. Επίσης ένα τμήμα των λαϊκών μαζών, το οποίο θα μπορούσε να εκφραστεί από ένα τέτοιο πολιτικό μπλοκ, επέλεξε την αποχή. Σημαντικό ρόλο έπαιξε η στοχοποίηση της ΛΑΕ από μια σειρά μηχανισμούς πριν τις εκλογές, στο βαθμό που ο εξοβελισμός της από την πολιτική σκηνή και την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, αποτελούσε κεντρικό στόχο της διεξαγωγής εκλογών «εξπρές».

Όμως η αποτυχία αυτή οφείλεται και στο ότι γενικότερα οι δυνάμεις της Αριστεράς και ειδικότερα αυτές της ΛΑΕ δεν είχαν αναπτύξει στον απαραίτητο βαθμό οργανικούς δεσμούς με τα τμήματα των λαϊκών μαζών και της νεολαίας που ριζοσπαστικοποιήθηκαν την πενταετία της εφαρμογής των μνημονίων.

2.25 Για να πραγματοποιηθούν συνολικότεροι πολιτικοί μετασχηματισμοί, αλλά και ρήξεις, θα έπρεπε να έχει οικοδομηθεί ήδη από τις αρχές της κρίσης μια διαφορετική μετωπική πολιτική ενός συνόλου ριζοσπαστικών και αριστερών δυνάμεων, που να συγκροτεί ενιαίο κοινωνικό – πολιτικό μέτωπο, στη βάση του μεταβατικού προγράμματος. Η έλλειψη αυτού του αριστερού ριζοσπαστικού πολιτικού μετώπου καθόρισε τις εξελίξεις, Η ανάπτυξη και η συγκρότηση των σχέσεων της ΛΑΕ με τις λαϊκές τάξεις είναι απαραίτητη συνθήκη για να μπορέσει να υπάρξει και διευρυνθεί η αριστερή ριζοσπαστική αντιπολίτευση. Σημαντικός όρος για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, αποτελεί η δυνατότητα της να διαμορφώνει πολιτικές σχέσεις και συμμαχίες με άλλες δυνάμεις της πολιτικής και κοινωνικής Αριστεράς. Ταυτόχρονα χρειάζεται αυτοκριτική, εμβάθυνση και διάδοση του μεταβατικού προγράμματος, αναπροσανατολισμός της πολιτικής στρατηγικής, ώστε να διαφοροποιείται από λογικές κυβερνητισμού, που θεωρούν ότι η κατάκτηση του κυβερνητικού κέντρου για την εφαρμογή ενός ριζοσπαστικού προγράμματος μπορεί εύκολα και γρήγορα να πραγματοποιηθεί με λογικές ανάθεσης και χωρίς την ανάπτυξη ισχυρών κινημάτων που θα βάλουν στην προμετωπίδα τους τους άξονες αυτού του προγράμματος.

Σήμερα αντικειμενικά μπορεί να υπάρξει ριζοσπαστική εναλλακτική πολιτική η οποία να στηρίζεται στο μεταβατικό πρόγραμμα φιλολαϊκής διεξόδου από την κρίση. Η ανατροπή των μνημονίων και η εφαρμογή του μεταβατικού προγράμματος συγκρούεται με τις βασικές επιλογές των κυρίαρχων τάξεων, την παραμονή στην Ευρωζώνη, την αντιδραστική, νεοφιλελεύθερη, αναδιάρθρωση, την εσωτερική υποτίμηση, την εκποίηση των δημόσιων επιχειρήσεων και του δημόσιου πλούτου. Η εφαρμογή αυτού του προγράμματος αποτελεί αναγκαία συνθήκη, δημιουργεί τις δυνατότητες για τις συνολικότερες αλλαγές που απαιτούνται για την σοσιαλιστική προοπτική.